Υπάρχει μια φράση που ακούγεται παντού στην Αίγινα, από τα καφέ μέχρι τα ξενοδοχεία:
«Ψάχνουμε προσωπικό και δεν βρίσκουμε».
Δεν είναι καινούργια – ούτε αφορά μόνο το νησί μας. Ακούγεται εδώ και χρόνια, ιδιαίτερα μετά την περίοδο της πανδημίας και το έντονο τουριστικό boom που ακολούθησε στην Ελλάδα. Κάθε χρονιά, όμως, το πρόβλημα μοιάζει πιο έντονο. Ίσως επειδή η τουριστική σεζόν έχει μεγαλώσει αισθητά, τόσο στην πρωτεύουσα – όπου οι τουρίστες κινούνται σχεδόν όλο τον χρόνο – όσο και στην Αίγινα.
Την ίδια στιγμή, αρκετοί άνθρωποι συνεχίζουν να δηλώνουν άνεργοι ή να αναζητούν το επόμενο επαγγελματικό τους βήμα. Κι έτσι γεννιέται εύλογα το ερώτημα:
υπάρχει πράγματι ανεργία ή εργοδότες και εργαζόμενοι δεν συναντιούνται ποτέ στο ίδιο σημείο;
Την εικόνα περιπλέκουν ακόμη περισσότερο τα επίσημα στοιχεία. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, η ανεργία στη χώρα μας κινείται πλέον σε μονοψήφια ποσοστά – 7,5% τον Δεκέμβριο που μας πέρασε, ποσοστό που αντιστοιχεί σε περίπου 350 χιλιάδες ανέργους πανελλαδικά. Πρόκειται για σαφή βελτίωση σε σχέση με προηγούμενα χρόνια.
Κάποιος, λοιπόν, εύλογα θα μπορούσε να πει: αφού η ανεργία μειώνεται, μήπως απλώς δεν υπάρχει πλέον ανάγκη για δουλειά;
Η πραγματικότητα, όμως, είναι πιο σύνθετη. Η ανεργία μειώνεται, αλλά οι θέσεις δεν καλύπτονται. Και αυτό δείχνει ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο αριθμητικό. Δεν είναι απλώς ότι «δεν υπάρχουν άνθρωποι», αλλά ότι δεν υπάρχουν αρκετοί διαθέσιμοι άνθρωποι για τις συγκεκριμένες θέσεις, με τους συγκεκριμένους όρους – ιδιαίτερα στον τουρισμό.
Από την άλλη πλευρά, και οι εργαζόμενοι εκφράζουν έντονα το ίδιο παράπονο: με αυτούς τους μισθούς και το σημερινό κόστος ζωής, «δεν βγαίνει ο μήνας».
Οι αγγελίες δείχνουν ζήτηση – όχι μόνο στην εστίαση
Μια απλή ματιά στις αγγελίες της Αίγινας αρκεί για να φανεί ότι η ζήτηση δεν περιορίζεται μόνο στο σέρβις και την κουζίνα.
Ζητούνται καμαριέρες, ρεσεψιονίστ, barista, άτομα για rent-a-car στο λιμάνι, υπάλληλοι καταστημάτων, διανομείς, βοηθοί λογιστή, τεχνίτες, προσωπικό φροντίδας, ακόμη και πιο εξειδικευμένα επαγγέλματα, όπως ψυκτικοί.
Οι αγγελίες είναι πολλές. Κι όμως, αρκετές παραμένουν «ανοιχτές» για μήνες. Αυτό από μόνο του δείχνει ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται σε έναν κλάδο, αλλά αφορά συνολικά την αγορά εργασίας του νησιού.
Το πρόβλημα δεν είναι ένα – είναι μια αλυσίδα
Στην πράξη, οι λόγοι συνδέονται μεταξύ τους.
Πρώτα απ’ όλα, η εποχικότητα.
Πολλές θέσεις έχουν ξεκάθαρη ημερομηνία λήξης. Για έναν εργαζόμενο, αυτό μεταφράζεται σε ανασφάλεια: όταν τελειώσει η σεζόν, τι γίνεται; Πώς καλύπτονται οι μήνες του χειμώνα; Με επιδόματα και προσωρινές λύσεις;
Έπειτα, τα ωράρια και η ένταση της δουλειάς, ιδιαίτερα στην εστίαση. Βράδια, Σαββατοκύριακα, αργίες, υψηλές απαιτήσεις. Όταν όλα αυτά συνδυάζονται με την αίσθηση ότι «πάντα κάτι ξεφεύγει», πολλοί επιλέγουν να μη μπουν καν στη διαδικασία.
Σε αυτό το σημείο μπαίνει και η διαφορετική στάση των νεότερων γενεών απέναντι στην εργασία. Νέοι άνθρωποι, συχνά με σπουδές, δίνουν μεγαλύτερη σημασία στην ισορροπία δουλειάς και ζωής και αρνούνται να θυσιάσουν την καθημερινότητά τους για μισθούς που δεν ανταποκρίνονται ούτε στο κόστος ζωής ούτε στο μορφωτικό τους επίπεδο. Το αν αυτή η αλλαγή είναι «σωστή» ή «λάθος» είναι μια διαχρονική συζήτηση, καθώς κάθε γενιά τείνει να αξιολογεί την επόμενη με βάση τις δικές της εμπειρίες και μέτρα. Το βέβαιο είναι ότι αυτή η αλλαγή νοοτροπίας υπάρχει και επηρεάζει την αγορά.
Σε αυτή την αλλαγή νοοτροπίας παίζει ρόλο και κάτι ακόμη, που συχνά αποφεύγουμε να συζητήσουμε ανοιχτά. Η νέα γενιά – όπως βέβαια και όλοι μας – ζει μέσα σε μια συνθήκη διαρκούς υπερπληροφόρησης. Μέσα από τα social media προβάλλονται συνεχώς πρότυπα «εύκολου χρήματος», γρήγορης επιτυχίας και ζωής χωρίς κόπο: TikTokers, ψευδο-influencers και εικόνες μιας πραγματικότητας που σπάνια ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργούνται στρεβλές προσδοκίες για το τι σημαίνει δουλειά, εξέλιξη και επιτυχία.
Το κρίσιμο, όμως, είναι ότι για αυτή την κατάσταση δεν φταίει μόνο η νέα γενιά. Φταίμε όλοι μας, στον βαθμό που γινόμαστε enablers: όταν επιβραβεύουμε την επιφάνεια, όταν δίνουμε αξία στο «φαίνεσθαι» αντί στο «χτίζω», όταν αναπαράγουμε άκριτα πρότυπα που υπόσχονται πολλά χωρίς αντίκρισμα. Κι έτσι, η σύγκρουση με την πραγματικότητα της αγοράς εργασίας – ειδικά σε απαιτητικούς κλάδους όπως η εστίαση ή ο τουρισμός – γίνεται ακόμη πιο απότομη.
Το τρίτο – και πιο δύσκολο – σημείο είναι οι αμοιβές.
Ο εργαζόμενος μετράει καθαρά χρήματα και καθημερινά έξοδα. Ο εργοδότης μετράει κόστος, εισφορές και αβεβαιότητα. Όταν, όμως, το τελικό αποτέλεσμα δεν επιτρέπει αξιοπρεπή διαβίωση, η επιλογή γίνεται δύσκολη. Και οι δύο πλευρές έχουν τα επιχειρήματά τους. Δεν μιλάμε – και καλό είναι να το ξεκαθαρίζουμε – για περιπτώσεις αισχροκέρδειας ή συστηματικής εκμετάλλευσης, που ευχόμαστε να αποτελούν την εξαίρεση.
Στην Αίγινα υπάρχει και ένας επιπλέον, καθοριστικός παράγοντας: η στέγαση. Για αρκετούς ανθρώπους που θα έρχονταν να δουλέψουν στο νησί, το βασικό εμπόδιο δεν είναι καν η ίδια η δουλειά, αλλά το πού και με τι κόστος θα μείνουν. Λίγοι εργοδότες έχουν τη δυνατότητα να προσφέρουν στέγη, με αποτέλεσμα να περιορίζονται αναγκαστικά στο ήδη υπάρχον ανθρώπινο δυναμικό του νησιού.
Δίπλα στην Αθήνα, αλλά όχι με ίσους όρους
Η εγγύτητα με την Αθήνα λειτουργεί διπλά. Από τη μία, προσφέρει περισσότερες επιλογές. Από την άλλη, δημιουργεί ανταγωνισμό. Για πολλούς εργαζόμενους, μια θέση στην πρωτεύουσα – ακόμη κι αν δεν είναι ιδανική – μοιάζει πιο σταθερή ή προβλέψιμη από μια εποχική δουλειά στην Αίγινα. Έτσι, το νησί συχνά χάνει ανθρώπους πριν καν τους διεκδικήσει.
Τι συμβαίνει τελικά;
Όπως σε κάθε σύνθετο ζήτημα, έτσι κι εδώ δεν υπάρχει μία απλή απάντηση. Το πρόβλημα είναι πολυπαραγοντικό: από τη δημογραφική πραγματικότητα – ότι γινόμαστε όλο και λιγότεροι – μέχρι την αλλαγή νοοτροπίας των νεότερων γενεών, που θέτουν πλέον πιο ανοιχτά το ερώτημα: «και με αυτούς τους όρους, γιατί να δουλέψω;»
Το βέβαιο είναι ότι δεν ισχύει πως “κανείς δεν θέλει να δουλέψει”, όπως δεν ισχύει και ότι “οι εργοδότες φταίνε πάντα”.
Αυτό που φαίνεται να λείπει είναι η ισορροπία. Η δουλειά, για να σταθεί, πρέπει να είναι μια εξίσωση που βγαίνει:
μισθός, ωράριο, ένσημα, σεβασμός, στέγη – και μια στοιχειώδης προοπτική.
Προφανώς, η λύση δεν βρίσκεται σε μία μεγάλη τομή, αλλά σε πολλές μικρές και ουσιαστικές αλλαγές. Σε πιο καθαρούς όρους από την αρχή, σε μεγαλύτερο σεβασμό στον χρόνο και την καθημερινότητα του άλλου και, κυρίως, στη συνειδητοποίηση ότι σε ένα νησί όπως η Αίγινα, εργαζόμενοι και εργοδότες ζουν την ίδια πραγματικότητα. Δεν είναι απέναντι στρατόπεδα· είναι κομμάτια του ίδιου τόπου.
Αν θέλουμε πραγματικά να κρατήσουμε τους νέους στο νησί – ή να τους φέρουμε πίσω – αυτό δεν μπορεί να γίνει μόνο με θέσεις εργασίας. Χρειάζονται υποδομές και ποιότητα ζωής: σοβαρές δομές υγείας, αξιόπιστο δίκτυο ύδρευσης και ηλεκτροδότησης, αθλητικές και κοινωνικές δομές, καλύτερη και πιο ευέλικτη σύνδεση με τον Πειραιά. Μόνο έτσι ένα νέο ζευγάρι μπορεί να σκεφτεί ότι μπορεί να χτίσει τη ζωή του εδώ, χωρίς να αισθάνεται ότι η «ασφάλεια» βρίσκεται αποκλειστικά στην Αθήνα.
Η Αίγινα είναι ένας τόπος με τεράστιο πλεονέκτημα: βρίσκεται δίπλα στην πρωτεύουσα και θα μπορούσε, με τις κατάλληλες επιλογές, να εξελιχθεί σε έναν ζωντανό τόπο μόνιμης κατοικίας και όχι σε ένα νησί που λειτουργεί μόνο εποχικά. Το αν θα καταφέρει να αναπτυχθεί με αυτόν τον τρόπο είναι σε μεγάλο βαθμό στο χέρι μας. Το ερώτημα, όμως, παραμένει ανοιχτό: θέλουμε αυτή την εξέλιξη ή προτιμάμε απλώς να διατηρήσουμε την ησυχία μας;
Γράφει ο Ιάσονας Λάλιζας

