Περισσότερους από δύο αιώνες μετά την ανακάλυψη και την απομάκρυνσή τους από την Αίγινα, τα γλυπτά των αετωμάτων του ναού της Αφαίας παραμένουν στη Γλυπτοθήκη του Μονάχου. Γνωστά διεθνώς ως «Αιγινήτες», αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα σύνολα της αρχαίας ελληνικής γλυπτικής και συνδέονται με μια ιστορία ανασκαφών, αγοραπωλησιών και επεμβάσεων που άλλαξαν επανειλημμένα την εικόνα τους.
Η διαδρομή τους ξεκίνησε την άνοιξη του 1811, όταν μια ομάδα Ευρωπαίων αρχιτεκτόνων και περιηγητών έφτασε στο νησί για να μελετήσει το αρχαίο μνημείο. Τα μαρμάρινα ευρήματα που αποκαλύφθηκαν στο έδαφος προκάλεσαν αμέσως ενδιαφέρον, σε μια εποχή κατά την οποία ευρωπαϊκές συλλογές αναζητούσαν αρχαιότητες από τον ελληνικό χώρο.
Οι ήρωες της Αίγινας στα αετώματα της Αφαίας
Ο ναός της Αφαίας δεσπόζει σε πευκόφυτο λόφο στο βορειοανατολικό τμήμα του νησιού. Ο ναός που σώζεται σήμερα οικοδομήθηκε περίπου το 500–490 π.Χ., στη θέση παλαιότερου.
Στα δύο αετώματά του, τις τριγωνικές επιφάνειες πάνω από τις στενές πλευρές του κτηρίου, αναπτύσσονταν μαρμάρινες συνθέσεις με σκηνές από τις μυθικές εκστρατείες εναντίον της Τροίας.
Στο ανατολικό αέτωμα παρουσιαζόταν η παλαιότερη εκστρατεία του Ηρακλή κατά του βασιλιά Λαομέδοντα, στην οποία συμμετείχε ο Τελαμώνας. Στο δυτικό αποδιδόταν ο Τρωικός Πόλεμος, με πρωταγωνιστές και ήρωες που συνδέονταν με την Αίγινα, όπως ο Αίας και ο Τεύκρος.
Στο κέντρο και των δύο συνθέσεων στεκόταν η Αθηνά, ανάμεσα στους αντιμαχόμενους πολεμιστές. Οι παραστάσεις συνέδεαν το ιερό με τη μυθολογική παράδοση των Αιακιδών, της γενιάς των ηρώων που αποτελούσε σημείο αναφοράς για την αρχαία Αίγινα.
Η ανακάλυψη του 1811
Τον Απρίλιο του 1811, ο Βρετανός αρχιτέκτονας Τσαρλς Ρόμπερτ Κόκερελ και ο Γερμανός Καρλ Χάλερ φον Χάλερσταϊν, μαζί με τους συνεργάτες τους, πραγματοποίησαν έρευνες στον χώρο του ναού.
Κατά τις εργασίες εντοπίστηκαν τμήματα μαρμάρινων αγαλμάτων ανάμεσα στα κατάλοιπα του μνημείου. Οι μορφές των πολεμιστών, τα κεφάλια και τα υπόλοιπα θραύσματα αποκάλυψαν σταδιακά την έκταση και την ποιότητα του γλυπτού διακόσμου.
Η αρχική μελέτη της αρχιτεκτονικής έδωσε έτσι τη θέση της σε μια ανασκαφή με σημαντικά ευρήματα. Ακολούθησε η απομάκρυνσή τους από την Αίγινα, η οποία βρισκόταν ακόμη υπό οθωμανική κυριαρχία, και η διάθεσή τους στην ευρωπαϊκή αγορά αρχαιοτήτων.
Η αγορά από τον Λουδοβίκο της Βαυαρίας
Καθοριστικός σταθμός ήταν το 1812, όταν τα γλυπτά αποκτήθηκαν σε δημοπρασία για λογαριασμό του τότε διαδόχου της Βαυαρίας, του μετέπειτα βασιλιά Λουδοβίκου Α΄, πατέρα του Όθωνα.
Η αγορά εντάχθηκε στη συγκρότηση της συλλογής αρχαιοτήτων του Λουδοβίκου, ο οποίος επιδίωκε να αναδείξει το Μόναχο σε ευρωπαϊκό κέντρο των τεχνών.
Σύμφωνα με την επίσημη ιστορία της Γλυπτοθήκης, οι «Αιγινήτες» τοποθετήθηκαν στο μουσείο το 1827, πριν από την ολοκλήρωση του κτηρίου το 1830. Η ίδια η Γλυπτοθήκη χαρακτηρίζει την απόκτησή τους ως τη σημαντικότερη αγορά της συλλογής της.
Τα αγάλματα που συμπληρώθηκαν και άλλαξαν ξανά μορφή
Πριν φτάσουν στο Μόναχο, τα γλυπτά μεταφέρθηκαν στη Ρώμη, όπου ο Δανός γλύπτης Μπέρτελ Τόρβαλντσεν ανέλαβε τη συμπλήρωση των τμημάτων που έλειπαν.
Οι εργασίες ξεκίνησαν το 1815. Με την προσθήκη νέων μαρμάρινων μελών, οι μορφές απέκτησαν μια εικόνα πληρότητας, σύμφωνα με τις αντιλήψεις αποκατάστασης της εποχής.
Οι επεμβάσεις αυτές αμφισβητήθηκαν αργότερα. Οι συμπληρώσεις αφαιρέθηκαν την περίοδο 1963–1965, επιτρέποντας την παρουσίαση των σωζόμενων αρχαίων τμημάτων χωρίς τις νεότερες προσθήκες. Η αλλαγή αυτή επηρέασε και την ανασύνθεση των αετωματικών ομάδων.
Ένα κομμάτι της ιστορίας του νησιού μακριά από τον τόπο του
Σήμερα, οι «Αιγινήτες» εξακολουθούν να συγκαταλέγονται στα σημαντικότερα εκθέματα της Γλυπτοθήκης του Μονάχου. Η ιστορία τους συνδέει την αρχαία Αίγινα με τη δημιουργία των μεγάλων ευρωπαϊκών μουσείων και φωτίζει τον τρόπο με τον οποίο αρχαιότητες μετακινήθηκαν και επανερμηνεύτηκαν τους τελευταίους δύο αιώνες.
Για την Αίγινα, τα γλυπτά παραμένουν αναπόσπαστο μέρος της ιστορίας της Αφαίας. Η γνώση της διαδρομής τους βοηθά να διαβαστεί πληρέστερα και το ίδιο το μνημείο: ένας ναός του οποίου η αρχιτεκτονική σώζεται στο νησί, ενώ σημαντικό μέρος του γλυπτού του διακόσμου βρίσκεται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά.
Πηγή: Voria.gr
Πηγή φωτογραφίας: dpaa.gr | Αρχείο Νεκτ. Κουκούλη
Διαβάστε επίσης