Πώς μπορούμε να αναγνωρίσουμε όσα δυσκολεύουν ένα παιδί πριν εκφραστούν μέσα από τον θυμό και την επιθετικότητα; Και πώς μπορούν η οικογένεια, το σχολείο και η τοπική κοινωνία να συνεργαστούν για την πρόληψη της βίας;
- Βλέπετε πράγματι αύξηση της βίας μεταξύ ανηλίκων; Ποιοι είναι οι βασικοί παράγοντες που την τροφοδοτούν;
- Τι ρόλο παίζουν σήμερα τα social media, το βίαιο περιεχόμενο και η υπερβολική χρήση οθονών στη συμπεριφορά των παιδιών;
- Ποια σημάδια πρέπει να προσέχει ένας γονέας και πότε μια αλλαγή στη συμπεριφορά ενός παιδιού χρειάζεται μεγαλύτερη προσοχή;
- Σε μια μικρή κοινωνία όπως η Αίγινα, όπου όλοι λίγο-πολύ γνωρίζονται, είναι πιο εύκολο να εντοπιστεί ένα πρόβλημα ή πιο δύσκολο να ζητήσει κάποιος βοήθεια;
- Τι μπορούν να κάνουν στην πράξη γονείς, σχολεία, σύλλογοι και φορείς της Αίγινας για την πρόληψη της βίας και τη στήριξη των νέων;
Η ψυχολόγος Μαριάννα Φαλάρη, Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας Συνθετικού Μοντέλου και επιστημονικό μέλος του Κέντρου Ψυχοθεραπείας και Συμβουλευτικής Κοχλίας, μιλά στο Aegina365.gr για τη βία μεταξύ ανηλίκων, τον ρόλο των social media και την επικοινωνία γονέων και παιδιών. Με ιδιαίτερη αναφορά στην Αίγινα, συζητά τις δυσκολίες στην αναζήτηση βοήθειας και τη σημασία δράσεων που δίνουν στους ίδιους τους νέους χώρο και φωνή.
Βλέπετε πράγματι αύξηση της βίας μεταξύ ανηλίκων; Ποιοι είναι οι βασικοί παράγοντες που την τροφοδοτούν;
Δυστυχώς, παρατηρείται μια ανησυχητική αύξηση της βίας μεταξύ ανηλίκων κατά 40% το 2023-2024, ποσοστό που αναμένεται να έχει αυξηθεί μέχρι το 2026, με τη συμμετοχή παιδιών ακόμη μικρότερης ηλικίας αλλά και κοριτσιών να εντείνεται. Τόσο η βιβλιογραφική έρευνα όσο και η προσωπική μου εμπειρία και επιμόρφωση συγκλίνουν στο ότι οι βασικοί πυλώνες αυτής της έξαρσης εντοπίζονται:
- Στην πρώιμη και ανεξέλεγκτη έκθεση σε βίαιο περιεχόμενο, είτε μέσω του ψηφιακού κόσμου είτε μέσω βιωμάτων ενδοοικογενειακής βίας.
- Στην αλόγιστη χρήση κινητών τηλεφώνων και μέσων κοινωνικής δικτύωσης από πολύ μικρή ηλικία.
- Στις κοινωνικές ανισότητες και τις περιθωριοποιήσεις που εντείνουν την αποξένωση.
- Στη συναισθηματική ή πρακτική παραμέληση, καθώς και στην παρουσία εξαρτήσεων (ουσίες και αλκοόλ) εντός του οικογενειακού περιβάλλοντος
Τι ρόλο παίζουν σήμερα τα social media, το βίαιο περιεχόμενο και η υπερβολική χρήση οθονών στη συμπεριφορά των παιδιών;
Η πραγματικότητα είναι ότι τα παιδιά μας πονάνε και μη γνωρίζοντας πώς να το διαχειριστούν, χρησιμοποιούν τη βία ως εργαλείο άμυνας. Όπως εξηγεί η ψυχίατρος Anna Lembke, ο εγκέφαλός μας λειτουργεί σαν μια τραμπάλα μεταξύ ηδονής και πόνου. Η διαρκής αναζήτηση εύκολης ντοπαμίνης (social media/scrolling) γέρνει την τραμπάλα προς την ευχαρίστηση, όμως ο εγκέφαλος για να ισορροπήσει, αντιδρά πιέζοντας την πλευρά του πόνου. Αυτό δημιουργεί ένα φαύλο κύκλο όπου το παιδί χρησιμοποιεί το κινητό για να μην επιτρέψει την φυσική διαδικασία του εγκεφάλου να βιώσει τον πόνο. Έτσι, η αντοχή των παιδιών στη δυσφορία μειώνεται δραματικά.
Ωστόσο ως άνθρωποι είμαστε κατασκευασμένοι για να ζούμε ζωές που περιλαμβάνουν τριβή και προσπάθεια. Τα παιδιά, λόγω της αναπτυξιακής τους φάσης, δεν διαθέτουν ακόμη την εμπειρία ούτε την ωριμότητα να κατανοήσουν τη χρήση και τους κινδύνους του τηλεφώνου. Εξάλλου, εδώ εθιζόμαστε στα κινητά εμείς οι ίδιοι ως ενήλικες, αποφεύγοντας με τη σειρά μας να αντιμετωπίσουμε τις δυσκολίες της καθημερινότητας και τον εαυτό μας. Όταν λοιπόν η οθόνη δίνεται σε μικρά παιδιά, τους στερεί άθελά της την ευκαιρία να γυμνάσει τη συναισθηματική του αντοχή, και δίνει το μήνυμα πως απέναντι σε κάθε δυσκολία καταφεύγουμε στην εύκολη επιβράβευση.
Τελικά, χωρίς την απαραίτητη συναισθηματική ανθεκτικότητα, τα παιδιά καθίστανται ευάλωτα απέναντι στη ματαίωση και διοχετεύουν τη συσσωρευμένη δυσφορία τους μέσω του θυμού και της επιθετικότητας. Παράλληλα, η ανεξέλεγκτη αυτή έκθεση τα φέρνει αντιμέτωπα με βίαιο οπτικοακουστικό περιεχόμενο. Σε αυτή την εύθραυστη ηλικία αδυνατούν να αξιολογήσουν κριτικά τις αρνητικές του συνέπειες, με αποτέλεσμα να υιοθετούν αυτή τη συμπεριφορά μέσω μιμητικής μάθησης (social learning), προσλαμβάνοντας την παραβατικότητα και τη βία ως δείγματα ισχύος, υπεροχής και κοινωνικής επικράτησης.
Ποια σημάδια πρέπει να προσέχει ένας γονέας και πότε μια αλλαγή στη συμπεριφορά ενός παιδιού χρειάζεται μεγαλύτερη προσοχή;
Η απόσυρση και η έντονη, αντιδραστική συμπεριφορά του παιδιού ή του εφήβου απέναντι στους γονείς, είναι τα βασικά σημάδια που χρήζουν προσοχής. Είναι απόλυτα κατανοητό οι γονείς να διακατέχονται από άγχος, φόβο ή θυμό όταν διαδραματίζονται αυτές οι στιγμές. Ωστόσο, στην προσπάθειά τους να θέσουν τα απαραίτητα όρια, ο τρόπος επικοινωνίας μπορεί ορισμένες φορές να εισπραχθεί από τον έφηβο ως επιβολή εξουσίας και ελέγχου, κάτι που ενδέχεται να φέρει περισσότερη απόσυρση και αντίδραση. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τα παιδιά να καταφεύγουν σε ψέματα και να εμπλέκονται σε ομάδες συνομηλίκων που διατηρούν βίαιες συμπεριφορές, βρίσκοντας σε αυτές τις παρέες την «κατανόηση» και «αποδοχή» που αποζητούν από τους γονείς.
Σε τέτοιες περιπτώσεις, η συμβουλευτική γονέων μπορεί να φανεί ιδιαίτερα βοηθητική. Πρόκειται ουσιαστικά για μια ευκαιρία προς τους γονείς να εκπαιδευτούν ξανά στη «γλώσσα» των εφήβων και να διαμορφωθεί ένας κοινός δίαυλος επικοινωνίας. Δηλαδή, ένα πλαίσιο όπου και οι δύο πλευρές θα νιώθουν ότι ακούγονται, όπου το παιδί θα αισθάνεται πως η γνώμη του υπολογίζεται και ότι μπορεί να καταφύγει στην ασφάλεια του οικογενειακού περιβάλλοντος για κατανόηση και καθοδήγηση.
Σε μια μικρή κοινωνία όπως η Αίγινα, όπου όλοι λίγο-πολύ γνωρίζονται, είναι πιο εύκολο να εντοπιστεί ένα πρόβλημα ή πιο δύσκολο να ζητήσει κάποιος βοήθεια;
Στην πραγματικότητα φαίνεται να συμβαίνουν και τα δύο παράλληλα. Σε μια μικρή κοινωνία, όπως η Αίγινα, τα δυσλειτουργικά μοτίβα ενδέχεται να γίνονται πιο εύκολα ορατά, συχνά όμως παρατηρείται μια στάση σιωπής ή αδράνειας. Αυτό είναι ως ένα βαθμό αναμενόμενο και απόλυτα κατανοητό, καθώς η πρακτική απόσταση από τις δομές υποστήριξης τροφοδοτεί συχνά και μια συναισθηματική απόσταση από τη λύση του προβλήματος.
Όταν ένας γονέας χρειάζεται να ταξιδέψει μέχρι τον Πειραιά για να λάβει βοήθεια, η σωματική κόπωση, η πιεσμένη καθημερινότητα και το οικονομικό κόστος λειτουργούν ανασταλτικά. Η δυσκολία, επομένως, φαίνεται να εντοπίζεται περισσότερο στην έλλειψη άμεσης πρόσβασης παρά αποκλειστικά στο στίγμα της μικρής κοινωνίας.
Ασφαλώς το στίγμα δεν έχει εκλείψει πλήρως. Ωστόσο, φαίνεται πως όλο και περισσότερος κόσμος αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι, όπως απευθυνόμαστε στον γιατρό όταν πονάει το σώμα μας, έτσι είναι ωφέλιμο να ζητάμε υποστήριξη όταν διαπιστώνουμε ότι κάτι δυσλειτουργεί στην οικογένεια, παρά τις καλές μας προθέσεις και προσπάθειες. Η αναζήτηση βοήθειας συνιστά πράξη φροντίδας και όχι ένδειξη αδυναμίας.
Τι μπορούν να κάνουν στην πράξη γονείς, σχολεία, σύλλογοι και φορείς της Αίγινας για την πρόληψη της βίας και τη στήριξη των νέων;
Η έντονη συμπεριφορά των εφήβων λειτουργεί συχνά ως καθρέφτης του ευρύτερου περιβάλλοντος. Όταν το σχολείο και η οικογένεια συνεργάζονται, συγκροτούν από μόνοι τους ένα ισχυρό σύστημα προστασίας. Όταν όμως αυτή η σύνδεση απουσιάζει, μπορεί άθελά της να γεννά ή να αναπαράγει τον κύκλο της βίας.
Αν και αναγνωρίζουμε ότι πρόκειται για ένα ευρύτερο κοινωνικό ζήτημα, παρατηρείται συχνά μια διάσπαση προσοχής στον τρόπο που επιχειρούμε να δώσουμε λύσεις. Εστιαζόμαστε στους εφήβους, αλλά σχεδιάζουμε προγράμματα χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη τη δική τους φωνή. Μοιάζει, σε μια αναλογία, σαν να συντάσσουμε το θεραπευτικό ιστορικό ενός ανθρώπου χωρίς την ενεργή παρουσία του ίδιου του θεραπευόμενου, υποθέτοντας ότι “ξέρουμε καλύτερα από εκείνον”.
Αυτό που φαίνεται να χρειάζεται στην πράξη είναι η ουσιαστική συνεργασία, η συνέπεια και η επανάληψη. Έχουμε ανάγκη από βιώσιμες δράσεις με συνέχεια, οι οποίες θα διασυνδέουν ενεργά τους γονείς, τα σχολεία και τους τοπικούς φορείς, ξεπερνώντας το πλαίσιο των αποσπασματικών ομιλιών. Πάνω από όλα, χρειάζονται δράσεις με τα παιδιά και όχι απλώς για τα παιδιά. Ένας χώρος που θα τους αποδεικνύει έμπρακτα ότι τα εμπεριέχουμε, τα υπολογίζουμε και τα λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη.

Από τη συζήτηση με τη Μαριάννα Φαλάρη αναδεικνύεται η ανάγκη να ακούμε ουσιαστικά τους νέους και να δίνουμε συνέχεια στη συνεργασία οικογένειας, σχολείου και τοπικών φορέων. Για την Αίγινα, αυτή η συζήτηση αφορά τόσο την πρόσβαση στην υποστήριξη όσο και τις ευκαιρίες που δημιουργούμε καθημερινά για να συμμετέχουν τα παιδιά στις αποφάσεις που τα αφορούν.
Ευχαριστούμε τη Μαριάννα Φαλάρη για τον χρόνο της και για τη συμβολή της σε έναν διάλογο που αφορά ολόκληρη την τοπική κοινωνία.
Μείνετε συντονισμένοι στο site μας για συνεντεύξεις και αφιερώματα που αναδεικνύουν πρόσωπα, δράσεις και ιστορίες της Αίγινας.