Η νέα άνοδος του πετρελαίου αυξάνει ξανά την πίεση στις ακτοπλοϊκές εταιρείες. Μέχρι σήμερα οι τιμές των εισιτηρίων έχουν σε μεγάλο βαθμό συγκρατηθεί, όμως η διάρκεια της ενεργειακής κρίσης θα κρίνει τι θα συμβεί τους επόμενους μήνες.
Νέα δεδομένα δημιουργεί για την ελληνική ακτοπλοΐα η απότομη άνοδος των διεθνών τιμών του πετρελαίου, καθώς το Brent επέστρεψε πάνω από το ψυχολογικό όριο των 100 δολαρίων το βαρέλι.
Στις 11 Σεπτεμβρίου το Brent έκλεισε στα 104,61 δολάρια το βαρέλι, καταγράφοντας άνοδο άνω του 8% μέσα σε μία εβδομάδα, καθώς οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και οι ανησυχίες για τις θαλάσσιες οδούς μεταφοράς πετρελαίου έχουν επαναφέρει έντονη νευρικότητα στις αγορές.
Μεγαλύτερη άνοδος στα ναυτιλιακά καύσιμα
Για την ακτοπλοΐα, ωστόσο, ακόμη μεγαλύτερη σημασία έχει η τιμή των ίδιων των ναυτιλιακών καυσίμων.
Στον Πειραιά, η τιμή του Marine Gas Oil (MGO) βρισκόταν στις 1.390,5 δολάρια ανά τόνο στις 31 Αυγούστου και στις 10 Σεπτεμβρίου είχε φτάσει στα 1.575 δολάρια, καταγράφοντας αύξηση περίπου 13% σε διάστημα μόλις δέκα ημερών.
Το MGO έχει ιδιαίτερη σημασία μετά την εφαρμογή των αυστηρότερων ορίων εκπομπών στη Μεσόγειο. Από τον Μάιο του 2025 η Μεσόγειος αποτελεί Περιοχή Ελέγχου Εκπομπών Θείου, με το επιτρεπόμενο ποσοστό θείου στα καύσιμα να περιορίζεται στο 0,10%.
Τα καύσιμα υπολογίζεται ότι μπορούν να αντιπροσωπεύουν περίπου το 50% του λειτουργικού κόστους ενός πλοίου. Αυτό σημαίνει ότι, θεωρητικά, μία παρατεταμένη αύξηση της τάξης του 13% στα καύσιμα μπορεί να δημιουργήσει πίεση αρκετών ποσοστιαίων μονάδων στο συνολικό κόστος λειτουργίας μιας εταιρείας.
Γιατί μέχρι σήμερα δεν είδαμε γενικευμένες αυξήσεις
Παρά την ενεργειακή κρίση που βρίσκεται σε εξέλιξη από την άνοιξη, οι ακτοπλοϊκές τιμές έχουν μέχρι σήμερα παραμείνει σχετικά σταθερές.
Σε αυτό έχουν συμβάλει τόσο οι κινήσεις των ίδιων των εταιρειών –μεταξύ άλλων μέσω συμφωνιών αντιστάθμισης του κόστους καυσίμων– όσο και οι παρεμβάσεις της Πολιτείας.
Για το 2026 ενεργοποιήθηκε μηχανισμός αποζημίωσης των ακτοπλοϊκών εταιρειών για τις υποχρεωτικές κοινωνικές εκπτώσεις, με χρηματοδότηση της τάξης των 56-60 εκατ. ευρώ. Μέχρι σήμερα το κόστος αυτών των εκπτώσεων βάρυνε σε μεγάλο βαθμό τις ίδιες τις εταιρείες, επομένως η αποζημίωσή τους λειτουργεί ως σημαντική ενίσχυση ρευστότητας.
Το καλοκαίρι βοήθησαν επίσης οι υψηλές πληρότητες των πλοίων, καθώς τα αυξημένα έσοδα περιόρισαν ένα μέρος της επιβάρυνσης από τα καύσιμα.
Υπάρχει λοιπόν κίνδυνος αυξήσεων;
Ναι, ο κίνδυνος είναι σήμερα μεγαλύτερος, αλλά δεν σημαίνει ότι οι αυξήσεις είναι δεδομένες.
Μέχρι τις 13 Σεπτεμβρίου δεν προκύπτει γενικευμένη ανακοίνωση ανατιμήσεων στα ακτοπλοϊκά εισιτήρια. Το κρίσιμο ερώτημα πλέον είναι πόσο θα διαρκέσει η νέα άνοδος του πετρελαίου.
Εάν οι τιμές αποκλιμακωθούν σχετικά γρήγορα, οι συμφωνίες αντιστάθμισης κινδύνου, ο ανταγωνισμός και η κρατική στήριξη μπορούν να βοηθήσουν τις εταιρείες να απορροφήσουν σημαντικό μέρος της πίεσης.
Αν όμως το Brent παραμείνει για μεγάλο διάστημα πάνω από τα 100 δολάρια και το MGO διατηρηθεί σε επίπεδα κοντά ή πάνω από τα 1.500 δολάρια ανά τόνο, τότε η πίεση για αναπροσαρμογές στους ναύλους θα αυξηθεί αισθητά.
Μάλιστα, το φθινόπωρο οι υψηλές θερινές πληρότητες σταδιακά υποχωρούν, αφαιρώντας ένα από τα «μαξιλάρια» που είχαν οι εταιρείες τους προηγούμενους μήνες.
Τι σημαίνει για τη γραμμή της Αίγινας
Για την Αίγινα υπάρχει ένας ακόμη παράγοντας που λειτουργεί υπέρ του επιβάτη: ο ισχυρός ανταγωνισμός στη γραμμή με τον Πειραιά.
Η σύνδεση εξυπηρετείται από αρκετές ακτοπλοϊκές εταιρείες, με συμβατικά πλοία και ταχύπλοα, γεγονός που δημιουργεί μεγαλύτερη πίεση για ανταγωνιστικές τιμές σε σχέση με γραμμές όπου δραστηριοποιούνται λιγότεροι πάροχοι.
Για την ώρα, λοιπόν, δεν υπάρχει λόγος να θεωρείται δεδομένη κάποια αύξηση στα εισιτήρια Πειραιάς–Αίγινα.
Υπάρχει όμως ένας νέος παράγοντας που πρέπει να παρακολουθείται στενά: όχι μόνο το πόσο ψηλά θα φτάσει το πετρέλαιο, αλλά κυρίως πόσο καιρό θα παραμείνει εκεί.
Μείνετε συντονισμένοι στο site μας για όλες τις εξελίξεις στα ακτοπλοϊκά και τις έκτακτες αλλαγές που αφορούν την Αίγινα.